Γλωσσάρι
Αρμονία: Συνήχηση τριών ή περισσότερων φθόγγων που ακούγονται μεμονωμένα ή διαδοχικά. Η αρμονία είναι το αποτέλεσμα της διαδοχής και της σχέσης μεταξύ των συγχορδιών.
Γκλισσάντο: Σειρά από νότες που ενώνουν δύο κύριους φθόγγους.
Γλωττίδα: Στόμιο πνευστών μουσικών οργάνων.
Διάστημα: Η διαφορά τονικού ύψους μεταξύ δυο τόνων.
Ημιτόνιο: Στην ευρωπαϊκή μουσική, είναι η μικρότερη ηχητική απόσταση που μπορεί να έχουν δύο νότες μεταξύ τους.
Ηχόχρωμα: Η χροιά του ήχου.
Κλίμακα: Διαδοχή από γειτονικές νότες σε ανιούσα ή κατιούσα κίνηση.
Κοντσέρτο: Μουσική σύνθεση για ορχήστρα και ένα όργανο σόλο. Τα κοντσέρτα αποτελούνται συνήθως από τρία μέρη.
Κρεσέντο: Η προοδευτική αύξηση της έντασης του ήχου σε μια μουσική φράση.
Μουσική δωματίου: Συνθέσεις για ένα ολιγάριθμο σύνολο οργάνων.
Οκτάβα: Ονομάζεται, η ηχητική απόσταση ανάμεσα στον πρώτο και τον τελευταίο ήχο/νότα μιας οκτάφθογγης κλίμακας.
Στακάτο: Πρόκειται για μια τελεία που γράφεται πάνω ή κάτω από τους φθόγγους και σημαίνει ότι αυτές οι νότες, τις οποίες συνοδεύει, θα εκτελεστούν χωριστά η μία από την άλλη.
Σολίστ: Ο άνθρωπος που παίζει το όργανο σόλο σε ένα κοντσέρτο. Σε ένα κοντσέρτο για πιάνο, ο σολίστ παίζει το πιάνο. Σε ένα κοντσέρτο για βιολί, παίζει το βιολί.
Σουρντίνα: Εξάρτημα που χρησιμοποιείται σε ορισμένα όργανα (έγχορδα ή χάλκινα) για να ελαττωθεί παροδικά η ένταση του ήχου τους.
Συγχορδία: Τρεις ή περισσότερες νότες που παίζονται ταυτόχρονα.
Τονικότητα: Μουσικό σύστημα που συνίσταται στην κυριαρχία ενός φθόγγου επί των υπολοίπων βαθμίδων μιας κλίμακας με τις οποίες ο φθόγγος αυτός συνδέεται αρμονικά.
Τρίλια: Γρήγορη εναλλαγή δύο γειτονικών μουσικών φθόγγων.
